Οι γιαλαντζί και οι φανταιζί

Από την επομένη των εκλογών, ο ΣΥΡΙΖΑ και οι εκπρόσωποί του – πλην του κ. Τσίπρα -χαμογελούν στα έδρανα και στα κανάλια, θυμίζοντας σε όλες και όλους το γνωστό ανέκδοτο : «ευτυχώς δεν πάθαμε και τίποτα». Τα αριθμητικά δεδομένα άλλωστε του εκλογικού ποσοστού δίνουν στον ΣΥΡΙΖΑ κάθε δικαίωμα να θεωρεί πως θα έχει πλέον την ηγεμονία στον χώρο των «προοδευτικών δυνάμεων», ενώ, παράλληλα με τον εξαγγελλόμενο «μετασχηματισμό» του, θα εδραιώσει τη θέση του στο νέο, μικρό έστω, δικομματισμό ως ένας μόνιμος πόλος της κυβερνητικής εναλλαγής. Δεν λείπουν βέβαια και οι σχετικές αναλύσεις που, με όχημα την «Προοδευτική Συμμαχία», βλέπουν τον ΣΥΡΙΖΑ να καταλαμβάνει το χώρο του παλαιού και κραταιού ΠΑΣΟΚ. Οι ψηφοφόροι άλλωστε που εγκατέλειψαν το ΠΑΣΟΚ στα χρόνια της κρίσης προτίμησαν ξανά τη μετακίνηση τους στον ΣΥΡΙΖΑ και όχι τον επαναπατρισμό τους στο ΚΙΝΑΛ. Τα αίτια είναι πολλαπλά ? και δεν είναι της ώρας να τα εξετάσουμε. Τα κόμματα έχουν άλλωστε αρμόδια όργανα για να κάνουν τους απολογισμούς τους. Και η κοινωνία βέβαια έχει τον δικό της τρόπο να κλείνει τους παλιούς λογαριασμούς της με τα κόμματα στις κάλπες. Ενίοτε όμως η ψήφος των πολιτών ανοίγει και νέους λογαριασμούς μεταξύ των κομμάτων. Ο συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΙΝΑΛ είναι ένας από αυτούς τους νέους λογαριασμούς. Ας μείνουμε λοιπόν μόνο σε ορισμένα κεντρικά χαρακτηριστικά της καινούργιας κατάστασης, που ίσως προδιαγράφουν και το μελλοντικό πολιτικό τοπίο.

Είναι άραγε «στρατηγική» ή μόνο «συγκυριακή» η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ; Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ είναι «στρατηγική» επειδή, σε αυτήν την πολυκομματική βουλή, η ΝΔ έχει άνετη αυτοδυναμία και ο αριθμός των βουλευτών που έχουν δεσμευθεί – προεκλογικά τουλάχιστον – για την «πολιτική σταθερότητα» της χώρας συμπληρώνει το «μαγικό» νούμερο των 180 (ΝΔ και ΚΙΝΑΛ). Ο ΣΥΡΙΖΑ επομένως δεν μπορεί να επηρεάσει δραστικά καμία μείζονα πολιτική πρωτοβουλία (εκλογή προέδρου της Δημοκρατίας, αλλαγή εκλογικού νόμου, αναθεώρηση Συντάγματος, κεντρικά νομοσχέδια), παρά μόνο από τη θέση της «δυναμικής αντιπολίτευσης». Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως οι 180 βουλευτές συγκροτούν μια ενιαία, συμπαγή και μόνιμη κοινοβουλευτική συμμαχία. Ούτε σημαίνει πως η κυβέρνηση θα πάψει να είναι κυβέρνηση και η αντιπολίτευση θα γίνει συμπολίτευση. Οι κεντρικές γραμμές των δύο κομμάτων (ΝΔ και ΚΙΝΑΛ) έχουν ωστόσο χαράξει έναν οδικό χάρτη που κέρδισε την εμπιστοσύνη των πολιτών, ακριβώς επειδή περιλάμβανε συναινέσεις σε αυτά τα κεντρικά ζητήματα.

Ας μην ξεχνάμε επίσης πως το ΠΑΣΟΚ (ΕΛΙΑ), ακόμη και στα «πέτρινα χρόνια» των Μνημονίων, επέμενε στην εκλογή του ΠτΔ από την υπάρχουσα, τότε, Βουλή χωρίς την εκβιαστική προσφυγή στις κάλπες που επέλεξε και εντέλει επέβαλε ο ΣΥΡΙΖΑ, με όχημα την πολιτική αυτοκτονία της ΔΗΜΑΡ. Και ας μην ξεχνάμε πως, ακόμη και τη δύσκολη ώρα της ανασύνταξης, η ΔΗΣΥ του 6,28% δεν ψήφισε την αδιανόητη «απλή αναλογική». Ευτυχώς, το αίσθημα της εθνικής ευθύνης ήταν πάνω από το μικροκομματικά συμφέροντα. Από αυτή την άποψη, τίποτε δεν μοιάζει, για την ώρα, να απειλεί άμεσα ούτε την ομαλότητα του κυβερνητικού έργου ούτε τις απαραίτητες κοινοβουλευτικές συναινέσεις. (Εκτός βέβαια αν κάποιοι από το ΚΙΝΑΛ δουν στον ύπνο τους ότι μεταμορφώθηκαν και αυτοί σε ….ΔΗΜΑΡ. Με τα γνωστά αποτελέσματα μιας καινούργιας αυταπάτης, που οδηγεί συνήθως πρώτα στον υπαλληλικό «πάγκο» και μετά στα εκλογικά «αζήτητα» του ΣΥΡΙΖΑ!).

Ο ΣΥΡΙΖΑ «βγαίνει» από μια τριπλή εκλογική ήττα : στις αυτοδιοικητικές εκλογές, στις ευρωεκλογές, στις εθνικές εκλογές. Ο «άχαστος» Τσίπρας έχασε πολλές φορές και με πολλές μονάδες διαφορά, στο πυκνό χρονικό διάστημα των έξι εβδομάδων. Αν προσθέσει κανείς σε αυτό το άθροισμα και το ασπόνδυλο ιδεολογικό στίγμα του ΣΥΡΙΖΑ εύκολα καταλαβαίνει πως το μόνο οχυρό του είναι ο «κρατικός προστατευτισμός» και η παραδοσιακή «αντιδεξιά ψήφος», με εμφανή όμως τα κενά της πολιτικής αντιπροσώπευσης : «χαρακτηριστικό στοιχείο που προκύπτει από την δειγματοληπτική μελέτη απόδοσης της σταυροδοσίας των ψηφοδελτίων του σε περιφέρειες ενός σταυρού είναι η εμφάνιση ποσοστού κατά μέσο όρο άνω του 20% μη σταυρωμένων ψηφοδελτίων (την στιγμή που για ΝΔ, ΚΙΝΑΛ, ΚΚΕ είναι κάτω του 10%)».[1] Όλα αυτά δείχνουν πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιχειρήσει την όποια μετεξέλιξη του «εν κινήσει» μέσα σε μια εξαιρετικά εύθραυστη ισορροπία, στην οποία η κοινωνική συγκατάθεση των ψηφοφόρων του θα βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με την ενεργή ένταξη στελεχών στο κόμμα, ακριβώς επειδή το κόμμα αυτό «δεν υπάρχει». Η υπερβολή στη διατύπωση είναι σκόπιμη προκειμένου να καταδείξει τα αντανακλαστικά του ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επέστρεψε σε χρόνο-ρεκόρ στην παλιά ατζέντα του 3% : πανεπιστημιακό άσυλο, ποινικοί κώδικες, δικαιωματισμός κλπ. Αν κοιτάξει κανείς τις πρώτες ανακοινώσεις του κόμματος μετά τις εκλογές μπορεί να καταλάβει γιατί οι βαρύγδουπες δηλώσεις εναλλάσσονται με τις γραφικές μαντινάδες του Πολάκη. Ο ΣΥΡΙΖΑ ξαναβρήκε τον «παλιό καλό» εαυτό του. Θυμήθηκε ξανά την «πληθυντική αριστερά» και υποσχέθηκε μάλιστα στους ψηφοφόρους του ότι γρήγορα θα μετασχηματιστεί προκειμένου να γίνει και λίγο «γιαλαντζί» σοσιαλδημοκρατία.

Είναι σαφές, ωστόσο, ότι πλην του ρόλου της «δυναμικής αντιπολίτευσης», ο ΣΥΡΙΖΑ αδυνατεί να θέσει νέα ζητήματα για τη μεταμνημονιακή Ελλάδα ακριβώς επειδή δεν μπόρεσε να επινοήσει ή να υιοθετήσει καμία από τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα. Το αντιμνημονιακό κύμα που «δημιούργησε» τον ΣΥΡΙΖΑ, «έσπασε» πάνω στο τρίτο Μνημόνιο, αναδεικνύοντας παράλληλα το πολιτικό τερατούργημα της λαϊκιστικής διακυβέρνησης ? μιας διακυβέρνησης παλαιολιθικών αριστερών, αντισυστημικών αριστεριστών, μετανοημένων Πασόκων, σκληρών ακροδεξιών και καραμανλικών συνοδοιπόρων. Η «γυμνή εξουσία», χωρίς καμία ιδεολογική βάση και χωρίς κανένα πολιτικό πρόγραμμα ήταν η μόνη συγκολλητική ουσία που ένωσε όλο αυτό το ετερόκλητο μωσαϊκό. Τα απλοϊκά δίπολα («ή εμείς ή αυτοί», «ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν», «οι πολλοί και οι ελίτ») συμπληρώθηκαν με πληβειακά επιδόματα και με ένα αυταρχικό καθεστωτισμό, που συχνά οδηγούσε σε θεσμικές εκτροπές. Τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε την εξουσία, το κόμμα μάλλον θα επιστρέψει στη γνώριμη «επαναστατική γυμναστική» και ο κ. Τσίρπας θα έχει αρκετό χρόνο για να τελειοποιήσει την εγγαστρίμυθη μίμηση των άλλων ηγετών, που, κατά καιρούς, τον γοητεύουν.

Όσο κι αν φαίνεται επομένως παράδοξο, την ατζέντα της πολιτικής σταθερότητας και των μεταρρυθμίσεων την «κρατάνε» ακόμη το πρώτο και το τρίτο κόμμα ? το καθένα από τη δική του την πλευρά, με τις δικές τους ιδιαιτερότητες, και, ενδεχομένως, με τα δικά τους βαρίδια. Το πρώτο κόμμα, για παράδειγμα, θα δοκιμαστεί στο αν και κατά πόσο τα στελέχη του μπορούν να απαλλαγούν από την εικόνα του «δεξιού κομματάρχη», που ανεβαίνει στους ώμους ενός «φανταιζί» τεχνοκράτη για να φανεί πιο ψηλός. Το ΚΙΝΑΛ θα δοκιμαστεί στο αν και κατά πόσο μπορεί να πείσει τους πολίτες πως δεν περιφέρει απλώς τα «πράσινα» εξαπτέρυγα και τις αναμνηστικές φωτογραφίες από τη δεκαετία του ’80 αλλά μπορεί να γίνει ένα «ανοιχτού τύπου» κόμμα της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας με καινούργιο προγραμματικό λόγο και νέες θεματικές της μεταρρύθμισης (ψηφιακός πολιτισμός, κλιματική αλλαγή, νέες πηγές ενέργειας κλπ). Τίποτε από τα δύο δεν είναι δεδομένο. Αλλά είναι ίσως η πρώτη φορά που και τα δύο είναι εφικτά.

Από εδώ και εμπρός, λοιπόν, ξεκινάει ένας άνισος αγώνας δρόμου για το ποιος θα διαμορφώσει αυτή τη νέα μεταμνημονιακή πολιτική κουλτούρα ? μια πολιτική κουλτούρα που δεν θα εορταστεί επετειακά και ευκαιριακά στα διακόσια χρόνια από την Επανάσταση του 1821 αλλά θα ριζώσει στην καθημερινότητα της «μεγάλης κοινωνίας» που δεν αντέχει άλλο να ακούει τα στερεότυπα για την «παλινόρθωση» του παλαιού πολιτικού συστήματος, τη «νεοφιλελεύθερη λαίλαπα» και τον «σοσιαλφιλελευθερισμό». Οι πολίτες που ψήφισαν στις κάλπες της 7ης Ιουλίου δεν διάλεξαν απλώς μια Κυριακή για να διώξουν τον Τσίπρα. Επέλεξαν άλλους πρωταγωνιστές και άλλες προϋποθέσεις για την εφαρμογή ενός Σχεδίου Εθνικής Ανασυγκρότησης, το οποίο πρέπει να εκδιπλωθεί μέσα στο χρονικό βάθος της επόμενης δεκαετίας. Προφανώς το σχέδιο αυτό δεν μπορεί να είναι απλώς το «κυβερνητικό πρόγραμμα» ενός κόμματος και δεν μπορεί να εξαντλείται σε νομοσχέδια που θα ψηφίζουν οι 158 βουλευτές της ΝΔ με κάποιες ενδεχόμενες και ευκαιριακές συμπράξεις άλλων κομμάτων.

Και εδώ ίσως αρχίζει ο νέος ρόλος του ΚΙΝΑΛ. Το ΚΙΝΑΛ πρέπει πλέον να πάψει να ικετεύει τους παλιούς ψηφοφόρους του να «επιστρέψουν στο σπίτι», πρέπει να σταματήσει να μιλάει για τις «δύο Δεξιές» – κανείς δεν ακούει ένα «ΚΚΕ του Κέντρου»!– και πρέπει να εγκαταλείψει οριστικά τη λογική των «ίσων αποστάσεων» ? όχι βέβαια για να γίνει δεκανίκι του κυβερνώντος κόμματος αλλά για να γίνει πολιτικός εγγυητής του Εθνικού Σχεδίου Ανασυγκρότησης. Αν έχει κάποιο λόγο η αυτόνομη και ρυθμιστική παρουσία του ΚΙΝΑΛ στη Βουλή – και έχει – θα πρέπει να εστιαστεί στην εκλογή του ΠτΔ, στην ολοκλήρωση της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος, στην τροποποίηση του εκλογικού νόμου της «απλής αναλογικής». Αυτά τα τρία σημεία είναι οι θεσμικές προϋποθέσεις συναίνεσης και ενότητας, που μπορούν να διαμορφώσουν το νέο πλαίσιο της σταθερότητας για τη «μεταμνημονιακή» Ελλάδα ? ένα πλαίσιο, το οποίο θα επιτρέψει και την εφαρμογή των προοδευτικών μεταρρυθμίσεων. Παράλληλα, αυτά είναι και τα πολιτικά σημεία της διαχωριστικής γραμμής απέναντι στις δυνάμεις του ανεύθυνου λαϊκισμού, που αθροίζουν ακόμη υψηλά ποσοστά στη Βουλή. Αυτά είναι ίσως και τα σημεία που μπορούν να μετατρέψουν το ΚΙΝΑΛ σε πόλο έλξης νέων ψηφοφόρων.

Το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης και οι προοδευτικές μεταρρυθμίσεις περνάνε μέσα από το νέο ρόλο του ΚΙΝΑΛ. Όσοι πιστεύουν πως ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να γίνει ηγεμονική δύναμη στις προοδευτικές δυνάμεις μπερδεύουν την αριθμητική με την πολιτική. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ο εκφραστής του ενός από τους «δύο κόσμους» του νέου δικομματισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ ανήκει απλώς σε έναν «άλλο κόσμο». Η περίοδος της διακυβέρνησής του ήταν αρκετά ενδεικτική για τον τρόπο που αντιλαμβανόταν συσχετισμούς, θεσμούς, οικονομικές σχέσεις, πολιτικές συμμαχίες κλπ. Στα ενδιάμεσα, λοιπόν, σημεία της νέας μετεκλογικής φάσης, το ΚΙΝΑΛ πρέπει λοιπόν να δείξει λοιπόν άμεσα την ποιοτική διαφορά του από αυτή την παλαιοημερολογίτικη «ριζοσπαστική αριστερά». Από αυτή την άποψη, το νέο επενδυτικό σχέδιο, η μείωση των πλεονασμάτων, η παιδεία, η υγεία και το κοινωνικό κράτος μπορούν να γίνουν οι απαρχές μιας προγραμματικής αντιπολίτευσης, που θα «χτίζει» το ρυθμιστικό και μεταρρυθμιστικό της ρόλο κάθε μέρα. Σε αυτή την επανεκκίνηση, το ΚΙΝΑΛ δεν είναι μόνο του μέσα στον ευρύτερο κομματικό χάρτη. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στην Ευρώπη, οι δυνάμεις του προοδευτικού Κέντρου, οι Πράσινοι, οι Φιλελεύθεροι και κυρίως οι Σοσιαλδημοκράτες διατηρούν – και σταδιακά αυξάνουν – τα ποσοστά τους ακριβώς επειδή ακριβώς διαχώρισαν έγκαιρα τη θέση τους από τον «πειρασμό του λαϊκισμού». Η πολιτική δεν αντέχει το κενό. Θα ήταν ιστορικό λάθος για την προοδευτική Παράταξη του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού να εκχωρήσει το ρόλο της σε όσους προσφάτως ανακάλυψαν την πολιτική γοητεία της Κεντροαριστεράς.

[1] http://metarithmisi.liberal.gr/post/%ce%b4%ce%b9%ce%ba%cf%84%cf%85%ce%bf/%cf%83%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b6%ce%b1-%ce%b6%ce%ae%cf%84%cf%89-%cf%80%ce%bf%cf%85-%ce%b7%cf%84%cf%84%ce%b7%ce%b8%ce%ae%ce%ba%ce%b1%ce%bc%ce%b5/

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ