Αλήθεια,«Τι» ηττήθηκε και «Τι» κέρδισε στις τελευταίες εκλογές;

Με τη φόρα που, συνήθως, παίρνουμε από τον ενθουσιασμό μας για ένα ευχάριστο πολιτικό γεγονός, παρασυρόμαστε συχνά στη συναγωγή συμπερασμάτων πέρα από εκείνα που αυστηρά επιτρέπουν τα δεδομένα της στιγμής. Ίσως κάτι τέτοιο να συμβαίνει και αυτό  το διάστημα, ή έστω κάτι τέτοιο οσμίζομαι καθώς προσπαθώ να πειθαρχήσω τις δεκάδες σοβαρών αναλύσεων που πέφτουν στην αντίληψή μου ως συμπεράσματα από τις βουλευτικές εκλογές του Ιουλίου. Πλεονάζουν οι διαγνώσεις, οι προβλέψεις και οι συμβουλές, ή ευχές για τα δέον γενέσθαι από εδώ και πέρα, σάμπως τα αποτελέσματα έδειξαν ξεκάθαρα και ανεπιφύλακτα ότι αρχίζει με σαφώς ελπιδοφόρα νέα περίοδος για τη χιλιοδοκιμαζόμενη κοινωνία μας. Όλες οι αισιόδοξες εκτιμήσεις βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στο γεγονός της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ και της απαλλαγής της χώρας από τις ιδεοληψίες του. Είναι, όμως, έτσι;

Αντίθετα στο ρεύμα, στο ίδιο διάστημα, η διαστροφή του επαγγελματία αμφισβητία (επιστημονικού ερευνητή, κοινώς) με έκανε να μυρίζομαι διάφορα πέραν της αισιοδοξίας. Προσωπικά, ίσως επειδή τα χρόνια βαραίνουν με πικρές εμπειρίες διαψευσμένων προγνώσεων και ελπίδων, θέλω να περιοριστώ, προς το παρόν τουλάχιστο, σε μια και μόνη σεμνή, αμφίβολη έστω, διαπίστωση που, παρ ταύτα, την θεωρώ αρκετά σημαντική, ώστε να στηρίξω πάνω της μια σειρά από σκέψεις πιο μετριόφρονων προσδοκιών και πιο σεμνών πανηγυρισμών από τις τρέχοντες.

Τα σημαντικά δεδομένα που δεν αναδείχτηκαν όσο έπρεπε, κατά την γνώμη μου, είναι, ότι σύμφωνα με τα τελικά αποτελέσματα, αφενός το 48,79 των ψηφισάντων υποστήριξαν κόμματα του αυστηρά νοούμενου δημοκρατικού τόξου (φιλελεύθερης κατεύθυνσης) που, επιτρέψτε μου να το στολίσω και με τον επιθετικό προσδιορισμό «κανονικό για τον δυτικό μετανεωτερικό πολιτικό πολιτισμό», αλλά και το ότι το υπόλοιπα  51,21 υποστήριξαν κόμματα αποδοκιμασίας του πολιτισμού αυτού, ψηφίζοντας έστω κόμματα μεγάλης ποικιλίας από τον ολοκληρωτικά λαϊκιστικό ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι γελοίες εκφράσεις πολιτικών ναρκισσιστικών φιλοδοξιών και φαιδρούς καραγκιόζηδες της Δελαπατρίδειας παράδοσης που, όμως, έχουν κι αυτά έντονη την σφραγίδα του λαϊκισμού. Σε αυτή την δυαδική κατανομή θα σταθώ αποκλειστικά για να θέσω μάλλον μερικά θέματα, επί του παρόντος, παρά να προτείνω μελετημένες λύσεις στα αναδυόμενα ζητήματα. Αυτό μπορεί να έλθει και στη συνέχεια, και μάλιστα από πιο ειδικευμένους στην πολιτική ανάλυση.

Κατά πρώτο, πώς δικαιολογώ αυτή την δυαδική ταξινόμηση των κομμάτων που,  ομολογουμένως, θα φανεί σε αρκετούς άδικη και χονδροειδής. Η ταξινόμηση στηρίζεται στην άποψη που έχω διαμορφώσει με αρκετή βάσανο, είναι αλήθεια, για την πρωτοκαθεδρία του λαϊκισμού στη πολιτική προβληματική των ημερών μας, καθώς δείχνει ένα είδος υπέρβασης του παραδοσιακού δίπολου αριστερά – δεξιά που εύκολα παραπλανεί ως προς την ουσία του πολιτικού μας προβλήματος μετά την κρίση.  Κατ’ αυτή την ανάλυσή μου, ο λαϊκισμός έχει σε μεγάλο βαθμό πράγματι επικαλύψει σε σημαντικό βαθμό, την κλασσική ιδεολογική κλιμάκωση του συνεχούς «Αριστερά-Δεξιά» (Βλ. εδώ). Ειδικά στην Ελλάδα, η εμφάνιση και η άνδρωση του Τσιπρικού ΣΥΡΙΖΑ ως ηγεμονεύοντος, πλέον, παράσιτου της Αριστεράς, έχει προκαλέσει τέτοια σύγχυση στο πολιτικό σύστημα ώστε είναι δύσκολο να ξεχωρίσει ο αναλυτής ποιο είναι τελικά το αφήγημα της Ελληνικής Αριστεράς στη γενική μορφή του και ποια τα διαφοροποιημένα αφηγήματα των επί μέρους εκδοχών της, όπως η σοσιαλδημοκρατία, κατ’ εξοχήν. Κατατάσσοντας τον ΣΥΡΙΖΑ στον Λαϊκισμό, προφανώς κατά λογική συνέχεια, τον βάζω στο ίδιο καλάθι με τα υπόλοιπα μικροκόμματα,  που εκφράζουν όλες τις εκδοχές του λαϊκισμού, ως παράσιτο κυρίως των ακροδεξιών ανορθολογικών πολιτικών αφηγημάτων. Ο Βελλόπουλος, για παράδειγμα, επικαλείται τον θεοσκέπαστο «ελληνικό λαό», με τον ίδιο περίπου φαντασιακό τρόπο που ο Τσίπρας επικαλείται «τους από εδώ» ως εχθρούς των «από εκεί και των ελίτ», επικαλούμενος δύο φανταστικά αλληλοαναιρούμενα σύνολα, στη θέση μια πραγματικής κοινωνίας με παρήγορη ποικιλότητα ταυτοτήτων και εξαρτημένων από αυτές βιοθεωριών. Εκείνος, όμως και η παρέα του, ως Θεός που χωρίζει τον Κόσμο σε στεριά και θάλασσα, έτσι κρίνει και αυτό βιδώνει στο νου του απλού πολίτη που δεν έχει εμβαθύνει στα μυστήρια της πολιτικής.

Ποια είναι τα ενοποιά στοιχεία αυτής της προτεινόμενης δυαδικής ομαδοποίησης; Προφανώς, είναι ο βαθμός συνάφειας των πολιτικών τους θέσεων και της πολιτικής συμπεριφοράς, προς τον αναλυτικό ορισμό του λαϊκισμού. Να σημειωθεί, ότι στην πραγματική πολιτική, ποτέ κάποιος πολιτικός σχηματισμός δεν ομολογεί και διακηρύσσει ότι είναι λαϊκιστικός, όσο κατάχρηση κι αν κάνει στην επίκληση του «λαού». Επομένως μη περιμένετε τέτοια ομολογία πίστεως.  Η κρύφια ζωή είναι κοινό χαρακτηριστικό όλων των παρασίτων, εξ ου και η θεωρία της παρασιτικής υφής του λαϊκισμού. Όλοι οι λαϊκισμοί απευθύνονται σε ένα δικής τους κατασκευής «καθαρό Λαό» που κολακεύει με τα υπονοούμενα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό φοβικών για του υποτιθέμενους εχθρούς των συμφερόντων τους, που ονομάζονται με τον κρυπτικό όρο «ελίτ».

Για της ανάγκες αυτής εδώ της θεώρησης, θα χρησιμοποιήσω ως μέτρο αναφοράς την πληρέστερη συνοπτική περιγραφή (αναλυτικό ορισμό) που έχω συναντήσει μέχρι τώρα και που την οφείλουμε στον Τάκη Παππά, όπως μας την προσέφερε σε πρόσφατη δημοσίευσή του (εδώ).  Ο Παππάς διακρίνει επτά συνολικά όψεις του λαϊκισμού και εμείς διευκολυνόμαστε, έτσι να τις συνθέσουμε σε ένα πολυμεταβλητό ορισμό. Οι επτά «μεταβλητές» είναι οι εξής:

  • Ο λαϊκισμός ως πολιτικό κίνημα: Κατά τον Di Tella (Di Tella, 1965, σελ. 47) λαϊκισμός είναι πολιτικό κίνημα που υποστηρίζεται από την μάζα της εργατικής τάξης των πόλεων καθώς επίσης, ή εναλλακτικά, από την μάζα των αγροτών, αλλά όμως δεν εκπηγάζει από την αυτόνομη οργανωμένη δύναμη των ανθρώπων που ανήκουν σε αυτές τις δύο κοινωνικές κατηγορίες. Το κίνημα υποστηρίζεται επίσης από τμήματα της κοινωνίας που δεν ανήκουν στην εργατική τάξη, αλλά διαπνέονται από αντικαθεστωτική (αντισυστημική) ιδεολογία. Κατά τον Dix (Dix, 1978), πρόκειται για πολιτικό κίνημα που αντιτάσσεται στις καθιερωμένες ελίτ εν ονόματι μιας «ένωσης» ανάμεσα σε ένα αρχηγό και στον «Λαό» (χωρίς διάκριση σε κοινωνικές ομάδες ή τάξεις). Κατά τον Roberts (Roberts, 2006, σελ. 127), λαϊκισμός είναι μια μορφή κινητοποίησης μαζικών εκλογικών δυνάμεων από προσωποπαγείς ηγέτες που αντιπαρατίθενται στις καθιερωμένες ελίτ. Τέλος, κατά τον Jansen (Jansen, 2011, σελ. 82), λαϊκισμός είναι οποιοδήποτε ανθεκτικό πολιτικό σχέδιο μεγάλης κλίμακας που κινητοποιεί κανονικά περιθωριοποιημένους κοινωνικούς τομείς φέρνοντάς τους στο προσκήνιο της πολιτικής δράσης, καθώς εκφράζει μια ρητορική αντι-ελίτ ή και εθνικιστική η οποία προσδίδει αξία στους «κοινούς ανθρώπους».
  • Ο λαϊκισμός ως πολιτικό «στυλ»: Κατά τον Knight (Knight, 1998, p. 227) ο όρος «λαϊκισμός» υποδηλώνει ένα συγκεκριμένο είδος πολιτικού ύφους, ή στυλ που αφορά ένα ιδιαίτερα ισχυρό δεσμό μεταξύ πολιτικών ηγετών και ηγουμένων πολιτών. Κατά τους Jagers και Walgrave (Jagers & Walgrave, 2007, p. 322) εξ άλλου, πρόκειται για ένα στυλ πολιτικής επικοινωνίας πολιτικά δρώντων που αναφέρεται στο «λαό».
  • Ο λαϊκισμός ως Ιδεολογία: Κατά τον Wiles (Wiles, 1969, σελ. 166), λαϊκισμό ονομάζουμε κάθε πίστη η κίνημα που βασίζεται στις εξής σημαντικές παραδοχές: Η αρετή ενυπάρχει στον απλό λαό, που αποτελεί την υπερβάλλουσα πλειονότητα, καθώς και στις συλλογικές παραδόσεις του. Κατά τον Canovan, όμως, (Canovan, 1999, σελ. 3) ο λαϊκισμός στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες καλλίτερα διακρίνεται ως αναφορά στον «λαό» που στέκεται εναντίον τόσο στην κατεστημένη δομή εξουσίας όσο και στη κατεστημένη δομή των ιδεών και αξιών της κοινωνίας. Κατά τον Mudde (Mudde, 2004, σελ. 543; 2007). όμως, πρόκειται για χαλαρά επικεντρωμένη ιδεολογία, που θεωρεί ότι η κοινωνία τελικά χωρίζεται σε δύο ομοιογενή και ανταγωνιστικά στρατόπεδα, τον «καθαρό Λαό» που βρίσκεται απέναντι στην «διεφθαρμένη ελίτ» και υποστηρίζει ότι η πολιτική πρέπει να είναι έκφραση της γενικής βούλησης (volonte generale) του ίδιου του Λαού αποκλειστικά. Αλλά και οι Abts και Rummens (Abts & Rummens, 2007, σελ. 409) δέχονται ότι πρόκειται για χαλαρά επικεντρωμένη ιδεολογία που κυρίως συνηγορεί  υπέρ της κυρίαρχης εξουσίας του Λαού, τον οποίο θεωρεί ομοιογενές κοινωνικό σώμα. Στην ίδια σχεδόν βάση ορίζουν τον λαϊκισμό ως ιδεολογία και οι Albertazzi και McDonnell (Albertazzi & McDonnell, 2008,, p. 3), υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για ιδεολογία που αντιπαραθέτει τον ομοιογενή Λαό εναντίον μιας ομάδας ελίτ και επικινδύνων «άλλων», που τσουβαλιάζονται αδιακρίτως ως εχθροί επειδή είτε στερούν είτε προσπαθούν να στερήσουν από τον κυρίαρχο Λαό τα δικαιώματα, τις αξίες, την ευημερία, την ταυτότητα και την φωνή που δικαιούνται.
  • Ο λαϊκισμός ως Λόγος (Discourse): Ο νεομαρξιστής θεωρητικός του λαϊκισμού Ernesto Laclau (Laclau, 1977, σελ. 172–173), με ένα κάπως κρυπτικό ορισμό του, υποστηρίζει ότι ο λαϊκισμός συνίσταται στην παράσταση των λαϊκοδημοκρατικών «επερωτήσεων» (interpellations) ως ένα συνθετικό-ανταγωνιστικό σύμπλεγμα σε σχέση με την ηγεμονεύουσα ιδεολογία. Η θέση αυτή του Laclau έχει νόημα όταν τοποθετηθεί στο σωστό της πλαίσιο, δηλαδή τη συνολική θεώρηση του συγγραφέα για το σύμπλεγμα Λόγου και Ιδεολογίας. Σαφέστερη, εν προκειμένω, είναι η άποψη του Kazin (Kazin, 1995, σελ. 1), όταν υποστηρίζει ότι ο λαϊκισμός είναι μια ιδιάζουσα γλώσσα που  όσοι την ομιλούν συλλαμβάνουν νοητικά τους απλούς ανθρώπους ως ένα ευγενές σύνολο που δεν περιορίζεται από στενά ταξικά όρια, και ταυτόχρονα  βλέπουν τις αντίπαλες σε αυτούς ελίτ ως εγωιστές που ενδιαφέρονται αποκλειστικά για το ατομικό τους συμφέρον και συμπεριφέρονται αντιδημοκρατικά. Με την εικόνα αυτή κατά νου, οι λαϊκιστές προσπαθούν να κινητοποιήσουν τον κατ’ αυτούς Λαό ενάντια στις διεφθαρμένες ελίτ. Πιο λιτός στην διατύπωσή του ο de la Torre (de la Torre, 2000,, σελ. 4) ορίζει τον λαϊκισμό ως ένα τύπο πολιτικής κινητοποίησης που βασίζεται σε ηχηρές ρητορικές παροτρύνσεις προς το λαό και τα πλήθη εν ονόματι κάποιου αρχηγού. Πρόκειται για μια ρητορική, διευκρινίζει, που «δομεί» πολιτικές με την μορφή αγώνων ήθους και ηθικής του λαού (el pueblo) εναντίον της ολιγαρχίας. Τέλος, ο Hawkins (Hawkins, 2009, σελ. 1042). Αναδείχνει τον πολωτικό χαρακτήρα του λαϊκιστικού λόγου, περιγράφοντάς τον ως μανιχαϊστικό Λόγο που ταυτίζει το «Καλό» με μια ενιαία λαϊκή βούληση και το  «Κακό» με μια συνωμοτική ελίτ.
  • Ο λαϊκισμός ως πολιτική στρατηγική: Η σκοπιά αυτή βλέπει τον λαϊκισμό ως επιλογή στρατηγικής για την κατάληψη της εξουσίας από ηγέτες που δεν είναι απαραίτητο να πιστεύουν οι ίδιοι σε αυτόν ως ιδεολογία. Ο Weyland για παράδειγμα (Weyland, 2001, σελ. 14) παρατηρεί ότι πρόκειται για πολιτική στρατηγική με την οποία ένας προσωπολάτρης ηγέτης προσπαθεί να κατακτήσει ή να ασκήσει την εξουσία βασιζόμενος σε μια άμεση, αδιαμεσολάβητη και αθέσμιτη υποστήριξη ενός πολυάριθμου πλήθους και κατά το πλείστο ανοργάνωτων οπαδών. Κατά τον Barr, πρόκειται για μαζικό κίνημα του οποίου ηγείται κάποιος αουτσάιντερ ή αντικομφορμιστής της πολιτικής που για δικό του λογαριασμό επιδιώκει να αποκτήσει ή να διατηρήσει την εξουσία εφαρμόζοντας μια στρατηγική αντιπαράθεσης προς το κατεστημένο και σφυρηλάτησης δημοψηφισματικών δεσμών  με τον λαό (Barr, 2009, σελ. 44).
  • Ο λαϊκισμός ως πολιτικός πολιτισμός (κουλτούρα): Ο Riker παρατηρεί (Riker, 1982,, p. 238) ότι λαϊκισμός είναι η «πρόταση» σύμφωνα με την οποία η πολιτική της εκάστοτε κυβέρνησης πρέπει να ταυτίζεται με εκείνο που ο λαός επιθυμεί εφόσον ο λαός είναι ελεύθερος να το εκφράσει όταν οι επιθυμίες του είναι νόμος. Η Nandia Urbinati, πάλι θεωρεί τον λαϊκισμό ως φορέα μιας ερμηνείας της δημοκρατίας που δίνεται μέσα από μία ρεπουμπλικανική δομή και οπτική που αφορά την κυβέρνηση και την πολιτική. (Urbinati, 2013, p. 141).
  • Ο λαϊκισμός ως έννοια πολλαπλής χρήσης: Ο Taguieff φωτίζει την ασάφεια του όρου «λαϊκισμός» με την παρατήρηση ότι αυτή είναι εγγενής μάλλον παρά προϊόν ατελούς θεωρητικής επεξεργασίας (Taguieff, 1995, p. 25). Λαϊκισμός κατά την άποψή του είναι μια «διάσταση» της πολιτικής δράσης, που ρέπει προς τον συγκρητισμό με όλες τις μορφές των κινημάτων και όλους τους τύπους των κυβερνήσεων. Αδιάφορα αν πρόκειται για «διάσταση» ή στυλ μάλλον παρά για ιδεολογία ή μορφή κινητοποίησης, ο λαϊκισμός είναι έννοια τόσο ελαστική και απροσδιόριστη, ώστε τελικά αποθαρρύνει κάθε απόπειρα αυστηρού ορισμού.

Αν τώρα συνθέσουμε όλες τις παραπάνω προσεγγίσεις σε ένα ενιαίο κριτήριο διάγνωσης του λαϊκιστικού στοιχείου των ελληνικών κομμάτων, εύκολα θα αιτιολογήσουμε τον δυϊσμό που προτείνω στην αρχή του κειμένου μου. Ας το προσπαθήσουμε.

Ο επτά όψεις του λαϊκισμού διαπνέονται από τρείς κοινές διαμορφωτικές αρχές που επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό μας ότι αποτελούν όψεις του ίδιου πολιτικού φαινομένου. (α)  Η πρώτη είναι η φαντασιακή και εντελώς ανακριβής κατασκευή του υποκειμένου «Λαός», που εξυπηρετεί εκ κατασκευής μια βαθιά αντικοινωνική σκοπιμότητα, όπως θα δείξουμε στη συνέχεια. (β) Η δεύτερη, είναι η εξ ίσου υπερβατική, φαντασιακή κατασκευή του εχθρικού υποκειμένου με την μορφή της «ελίτ» που φορτώνεται όλα τα πραγματικά αλλά και πολλά σκόπιμα υποθετικά δεινά του «λαού». Να προσέξουμε, ότι ο λαϊκιστής δεν βάλλει εναντίον μιας συγκεκριμένης κατά περίπτωση ελίτ, αλλά γενικά στην ίδια την ιδέα της ελίτ, προβάλλοντος έτσι την παράλογη θέση, ότι  μπορεί να υπάρξει κοινωνική οργάνωση  χωρίς κάποια ελίτ. (γ) Η τρίτη, τέλος, όψη που είναι και η μόνη εμπειρικά άμεσα διαπιστώσιμη, είναι ο απαραίτητος για το σχήμα «Αρχηγός», άνθρωπος με διακριτή ταυτότητα, με σάρκα και οστά που βοηθιέται στην διαχείριση της εξουσίας ή στην προσπάθεια του να την κατακτήσει, με συγκεκριμένη ηγετική ομάδα, ομοίως εγκόσμια, με τη δική της ταυτότητα, με σάρκα και οστά χωρίς διαμεσολαβητές μεταξύ αυτού και του «λαού». Οι πρώτες δύο φαντασιακές κατασκευές εργαλειοποιούνται αποκλειστικά για το ανέβασμα του Αρχηγού στην εξουσία, ή για την άσκηση της εξουσίας από τον ήδη κατακτητή της Αρχηγό. Το ηγετικό σύμπλεγμα, από εκεί και πέρα δεν δεσμεύεται από καμία ηθικού τύπου υποχρέωση προς την ευρύτερη κοινωνία, αλλά ενεργεί με αυτοσχεδιασμούς (π.χ. τις γνωστές διαδοχικές «κωλοτούμπες») που είναι χρήσιμοι μόνο και μόνο για την διαιώνιση της εξουσίας. Γιαυτό, και όλα ανεξαιρέτως τα λαϊκιστικά καθεστώτα κατέληξαν και πάντα θα καταλήγουν σε αποτυχία και κοινωνική κατακραυγή. Και τούτο επειδή δεν έχουν σύστημα ελέγχου της αυτόνομης εξουσίας τους που θα τους προστατεύσει από το χάος των αντιφάσεων της λαϊκίστικης πολιτικής τους. Δυστυχώς, η μέχρι τώρα μελέτη του φαινομένου, δεν έχει δείξει κάποιο πράγματι ντετερμινιστικό κανόνα που να μας βεβαιώνει ότι η κατάρρευση μιας λαϊκιστικής κυβέρνησης οδηγεί με βεβαιότητα σε βελτιωμένη διαχείριση της εξουσίας. Η λαϊκίστικη εξουσία, θεωρητικά, μπορεί να αναπαράγεται εσαεί με νέα παραλλαγή. Οι λόγοι αυτής της απροσδιοριστίας ερευνώνται σήμερα με πάθος κυρίως στον διεθνή ακαδημαϊκό χώρο, χωρίς ακόμη πειστικά συμπεράσματα.

Επειδή το κείμενό μου έχει, κατ’ ανάγκη, χαρακτήρα επιτραπέζιου ελεύθερου δοκιμίου (desk-top essay) και όχι πορίσματος ολοκληρωμένης εμπειρικής έρευνας, αφήνω τώρα τον ενημερωμένο αναγνώστη να συνταιριάσει τα παραπάνω χαρακτηριστικά με την εικόνα που έχει ο ίδιος για την δράση και τον λόγο των πολιτικών κομμάτων που ενέταξα εξ αρχής στην κατηγορία των «λαϊκιστικών». Ίσως οι συνάδελφοι που έχουν την τύχη να διαθέτουν ακόμη τα ακριβά εργαλεία και μέσα της εμπειρικής έρευνας, βρουν το ενδιαφέρον για να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν τις υποθέσεις στις οποίες στηρίζεται το δοκίμιό μου. Και στις δύο περιπτώσεις θα χαρώ και θα το εκτιμήσω.

Στο σημείο αυτά αξίζει επίσης να σημειώσουμε, ότι κάποιες μορφές λαϊκισμού παρασιτούν ακόμη και σε κόμματα της φιλελεύθερης μειοψηφίας, όπως δείχνει μια προσεκτική ανάλυση πολλών δημοσκοπήσεων που συγκλίνουν ως προς αυτό. Τούτο σημαίνει, ότι σε κρίσιμες περιόδους, καθόλου δεν αποκλείεται η μετακίνηση εκλογικής ισχύος από εκεί προς το «στρατόπεδο» του τωρινού 51,21.

Τι κοστίζει ο λαϊκισμός του πολιτικού συστήματος στην σύγχρονη Ελληνική κοινωνία;

Ο λαϊκισμός έχει τεράστιο άμεσο και αποθετικό κοινωνικό, οικονομικό και οιονεί οικονομικό, κόστος, πέραν της πολιτικής φθοράς  που προκαλεί στην φιλελεύθερη δημοκρατία. Δεν πλήττει απλώς του θεσμούς, αλλά τους εκφυλίζει προς συγκεκριμένη  κατεύθυνση για να εξυπηρετούν την αναπαραγωγή της εξουσίας του, σε βάρος της αποτελεσματικότητάς τους και επομένως αφαιρεί ενδεχόμενο υλικό και άυλο προϊόν από το κοινωνικό σύνολο. Γιαυτό, τώρα  θα αναφερθούμε στην καθαρή γραμμή διάκρισης της κοινωνικής αξίας ανάμεσα στο λαϊκιστικό σύνολο της τρέχουσας ελληνικής συγκυρίας και στο, απέναντί του, φιλελεύθερο πολιτικοϊδεολογικό  συνεχές, που παραπάνω το ορίσαμε  εξ αριστερών από την  σοσιαλδημοκρατία μέχρι και την κεντροδεξιά (η ακροδεξιά είναι σαφές ότι ανήκει στο πρώτο σύνολο ως ακραία περίπτωση πρόσφορου ξενιστή).

Σε αντιστοιχία προς την γενική τυπολογία την οποία προδιαγράψαμε παραπάνω, ποιες είναι οι χαρακτηριστικές παράμετροι που ορίζουν την Ελληνική εκδοχή τους λαϊκισμού; Σε τίτλους, η λίστα των παραμέτρων είναι η εξής, όπως περίπου γενικά γίνεται παραδεκτό από την υπάρχουσα σχετικα πλούσια και προσφάτως συγκλίνουσα βιβλιογραφία:

(α) Εξαιρεσιμότητα, Πρόκειται για την σε τεράστια έκταση εμπεδωμένη στους πολίτες πεποίθηση ότι η «Ελληνική Περίπτωση» έχει πάντα λόγο να αντιμετωπίζεται ως εξαιρετική, δηλαδή εκτός κανονιστικού κανόνα, τόσο από τους τρίτους, αλλά ,σε πλείστες περιπτώσεις, και από τους ίδιους τους Έλληνες πολιτικά δρώντες.  Η αντίληψη αυτή, που προφανώς δεν συμμερίζονται οι τρίτες χώρες, εμφανίζει την χώρα ως αμφίβολης αξιοπιστίας εταίρο στις διεθνείς συναλλαγές.  Το τελικό αποτέλεσμα είναι να αυξάνει   αντίστοιχα το κόστος συναλλαγής για την χώρα μας, στο διεθνές  επίπεδο των σχέσεών μας. Το κόστος συναλλαγής μεταφράζεται συνήθως σε καθυστερήσεις και νοθεύσεις επωφελών συμφωνιών, σε αύξηση των αμυντικών δαπανών, και σε απώλεια ενδεχομένων ωφελίμων ευκαιριών που κατά κανόνα εξαρτώνται από το timing και τον διεθνή ανταγωνισμό. Το ίδιο επηρεάζει και το διαχειριστικό κόστος συμμαχιών και συμπράξεών μας, για ευνόητους λόγους.

(β) αντιευρωπαϊσμός: Ο πανταχού παρών με ατέλειωτες παραλλαγές αντιευρωπαϊσμός μας, μειώνει δραστικά τας οφέλη της παραδόξως φιλοευρωπαϊκής επίσημης πολιτικής μας, για δυο βασικούς λόγους.  Πρώτο, επειδή αυξάνει το άμεσο και έμμεσο κόστος της ενσωμάτωσης των ευρωπαϊκών κεκτημένων (γραφειοκρατικές τριβές, ημιπαπαβατική εφαρμογή που  συχνά επιφέρει πρόστιμα, στρεβλή εξειδίκευση στην εφαρμογή. κ.ο.κ.). Δεύτερο, ενισχύει στο έπακρο την σπατάλη ευρωπαϊκών και άλλων πόρων, από ιδιώτες και δημόσιες δομές, επειδή έχει καθιερωθεί το κριτήριο της «απορρόφησης» αντί του λογικού κριτηρίου της «πλήρους αποτελεσματικής αξιοποίησης».  Οι εξωτερικοί πόροι θεωρούνται σαν είδος αποζημίωσης για την Εξαιρεσιμότητα της χώρας και του «λαού» μας, αποκομμένη από τον πραγματικό σκοπό της ευρωπαϊκής πολιτικής. Όλες οι συνεπαγόμενες σπατάλες εύκολα μεταφράζονται σε κόστος οικονομικό, αλλά και πολιτικό σε ότι αφορά τις δυνατότητες που προσφέρει η έγκαιρη, κατά τα άλλα, ένταξή μας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

(γ) πατερναλιστικός μαξιμαλισμός: Η καλλιέργεια της προσδοκίας ότι σε κάθε μας ανάγκη, το «κράτος» θα μας φροντίσει σαν καλός πατέρας αδιάφορα από το φταίξιμό μας, είναι η θεμελιώδης βιοθεωρία που ωθεί ακόμη και τους μεσαίους επιχειρηματίες να στριμωχτούν στην ουρά των αναμενομενόντων την άκοπη αρωγή  της «λαϊκόφρονας κυβέρνησης». Η νοοτροπία αυτή και η συνεπαγόμενη έμπρακτη συμπεριφορά, δεν είναι δύσκολο να συνδεθεί με υπερβολές της κοινωνικής, αλλά και της οικονομικής πολιτικής που συνιστούν σπατάλη πόρων, η αδικαιολόγητη αύξηση κοινωνικού κόστους. Το κόστος του αιτήματος «τα θέλω όλα και απροϋπόθετα» είναι ο καλλίτερος οδηγός για την επικράτηση του λαϊκιστικού μαξιμαλισμού που κατά κανόνα οδηγεί σε εθνική χρεοκοπία.

(δ) κλειστότητα: Ο εξαιρετισμός, συνδυασμένος με εκτεταμένη πίστη στoν νατιβισμό, την ξενοφοβία, την ψευδή συνείδηση της αρχαιολατρίας μας, και την συντεχνιακή δομή του μεγαλύτερου μέρους της οικονομίας, συνιστούν τυπική περίπτωση κλειστού έθνους/κράτους. Τα μεγαλύτερο κόστος που συνεπάγεται η κλειστότητα είναι ότι αποκλείει την χώρα και την κοινωνία μας από το ευεργέτημα των θετικών εξωτερικών οικονομιών που προσφέρει η ορθή ένταξη στο παγκοσμιοποιημένο ήδη περιβάλλον μας. Πρόκειται για τεράστια απώλεια δυνητικών πόρων, που έχει τόσο ωραία εκφράσει η λαϊκή ρήση ότι «την ώρα που θεός έβρεχε λεφτά και μυαλά, εμείς κρατούσαμε ομπρέλα».

(ε) προενεωτερική κατανομή ρόλων στο 50% περίπου του πληθυσμού: Χωρίς να το έχουμε πλήρως συνειδητοποιήσει,  για κάποιο λόγο που δεν έχουμε ακόμη αναλύσει πειστικά, η σημερινή ελληνική κοινωνία έχει καταλήξει τελικά να είναι αναχρονιστικά δυαδική. Τουλάχιστο το 1/3 του πληθυσμού της βιώνει προ-αστική πραγματικότητα που διαιωνίζει τοπικούς προνεωτερικούς κοινωνικούς ρόλους. Ένα μεγάλο μέρος της «επαρχίας» διατηρεί με κάποια, βέβαια, προσαρμογή, δομές και μικροκοινωνικές ιεραρχίες που διασφαλίζουν χαμηλής τοπικής πτήσεως διαβίωση και έχοντας αφήσει στην ουσία την διαχείριση των «σπουδαίων» ζητημάτων σε κάποιες απόμακρες ελίτ του αστικού Κέντρου. Αυτό το λειτουργικό σχήμα των τοπικών κοινωνιών, καθιστά αβίωτη τη ζωή των πιο φιλόδοξων και ικανών νέων πολιτών τους, που τελικά παίρνουν τον δρόμο της φυγής και αφήνουν τον γενέθλιο τόπο αστελέχωτο. Το συνεπαγόμενο κόστος από την συνεχή αναπαραγωγή αυτού του χωλού συστήματος είναι οφθαλμοφανές σε όρους χαμένου δυνητικού εισοδήματος, αλλά και στοιχείων μετανεωτερικής κοινωνικής ζωής. Και όμως, ο πολιτικός λαϊκισμός όχι μόνο ανέχεται αυτόν τον δυισμό, αλλά και τον καλλιεργεί εν ονόματι του τοπικού νατιβισμού επειδή αυτός αναδεικνύει εύκολα και άκοπα περιφερειακές λαϊκιστικές ηγεσίες χαμηλής ηγετικής ποιότητας.

(στ) μεταφυσικός εξισωτισμός (ως πρακτική ερμηνεία του αντιελιτισμού): Μεταφράζω τον όρο «μεταφυσικός εξισωτισμός» ως την χυδαία σύγχυση της δήθεν ηθικής ισότητας με όρους βιολογικής ομοιότητας των ανθρώπων, με την ισότητα των ανθρώπων ανεξάρτητα από τις ιδιότητές τους όπως ορίζεται από τις δικαιωματικές κατακτήσεις της νεωτερικότητας. Είναι η έννοια που εκφράζει ο λούμπεν «κομμουνιστής» όταν αποτείνεται στο Νόμπελ Επιστήμης και διαμαρτύρεται για την ευημερία που του εξασφαλίζει η οργανωμένη κοινωνία, λέγοντας «γιατί εσύ κι όχι κι εγώ, αφού το ίδιο στομάχι έχουμε;» Η λαϊκίστικη ερμηνεία της ισότητας είναι εκείνη που οδηγεί στους θιασώτες της στην αλόγιστη καταστροφή κοινωνικού κεφαλαίου, ή σε λυσσαλέα αντίθεση προς κάθε κοινωνική λειτουργία που το δημιουργεί και το επαυξάνει. Το κόστος αυτής της λειτουργίας του εφαρμοσμένου  αριστερόστροφου λαϊκισμού μπορεί εύκολα να μεταφραστεί σε όρους χαμένων ευκαιριών κοινωνικής ευημερίας και σε όρους απαξιωμένου κοινωνικού κεφαλαίου.

Η χαριστική βολή του λαϊκισμού στο αστικό σύστημα

Αν τώρα, συναιρέσουμε όλα τα παραπάνω σε ένα γενικό συμπέρασμα ως προς τον αντικοινωνικό ρόλο του λαϊκισμού, αβίαστα καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι ο λαϊκισμός είναι βασικός εχθρός της κοινωνικής προόδου και κεντρικός τροφοδότης των ιδεολογικών και πολιτικών δογμάτων που αποβλέπουν στον κοινωνικό αρμγεδώνα, ως  δήθεν αναγκαίας φάσης εξαθλίωσης για να αναγκαστεί ο «λαός» να υποκύψει στον ζυγό του ολοκληρωτικού χιλιασμού, χωρίς καν να είναι βέβαιες για την κατεύθυνση που ο ολοκληρωτισμός τελικά θα πάρει. Είναι ο δρόμος για την φαντασιακή κατασκευή του Υπερανθρώπου που θα δώσει την χαριστική βολή στην αστική φιλελεύθερη δημοκρατία και τον τρόπο ζωής που μας εγγυάται και υπόσχεται.

Τελικά, η πλειοψηφία του 2,42% υπέρ του λαϊκισμού αξίζει να μας ανησυχήσει, τουλάχιστο εξ ίσου με την χαρά που δείχνουμε για την επιστροφή στην «κανονικότητα». Ο μέγας κίνδυνος σοβεί κρυμμένος σε αθώα και θελκτικά λόγια.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ