Γήρανση και μακροχρόνια φροντίδα: ο χρόνος που έχασε η Ελλάδα και οι μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται

Στην πρόσφατη έκθεση της η Παγκόσμια Τράπεζα χαρακτηρίζει τη γήρανση του πληθυσμού ως έναν από τους δύο παράγοντες που θα επηρεάσουν αρνητικά τα επόμενα χρόνια την ανάπτυξη κάθε χώρας και τη βιωσιμότητα των υγειονομικών και κοινωνικών υπηρεσιών. Εάν σήμερα δεν δράσουμε με ακριβείς και ολιστικούς σχεδιασμούς, καινοτόμα και υπερβατικά το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Ελλάδας θα καταρρεύσει μέσα στις επόμενες δεκαετίες.

Την τελευταία δεκαετία (2008-2018) οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υλοποίησαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις στη δομή, τη χρηματοδότηση και στις πολιτικές της μακροχρόνιας φροντίδας. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Ε.Ε., δεν συνέβη καμία. Με μια σταθερή απουσία από όσα ενδιαφέροντα εξελίσσονταν στους διεθνείς και Ευρωπαϊκούς θεσμούς στο χώρο της γήρανσης και της μακροχρόνιας φροντίδας τα τελευταία δέκα χρόνια καταφέραμε να μην υιοθετήσουμε καμία σύγχρονη πολιτική. Επιπλέον, στην Ελλάδα, που γηράσκει με γεωμετρικούς ρυθμούς και που ο τομέας της μακροχρόνιας φροντίδας αναπτύχθηκε με αργό, ασύνδετο και αποσπασματικό τρόπο δεν υπάρχει εθνική πολιτική για τη μακροχρόνια φροντίδα. 

Την ίδια στιγμή χώρες όπως η Γερμανία, η Αγγλία, η Σουηδία, η Φιλανδία, η Δανία, ο Καναδάς έχουν ήδη χαρτοφυλάκια μακροχρόνιας φροντίδας. Η γειτονική μας δε Βουλγαρία το καλοκαίρι που μας πέρασε διοργάνωσε μια από τις σημαντικότερες συναντήσεις των τελευταίων ετών στα Βαλκάνια για την αντιμετώπιση της γήρανσης και της μακροχρόνιας φροντίδας (το υπουργείο κοινωνικής πρόνοιας της Βουλγαρίας, σε συνεργασία με την παγκόσμια τράπεζα και το think tank του υπουργείου). Η Βουλγαρία επίσης έγινε η πρώτη και μοναδική χώρα στα Βαλκάνια με εθνικό σχέδιο δράσης για την υγιή γήρανση.

Εάν χάσουμε μια ακόμη δεκαετία, οι συνέπειες θα είναι δραματικές για την εθνική μας οικονομία, οι περισσότεροι ηλικιωμένοι Έλληνες θα μείνουν χωρίς φροντίδα και πολλά νοικοκυριά θα αγγίξουν τα όρια της φτώχειας για να ανταποκριθούν στις ανάγκες μακροχρόνιας φροντίδας που θα προκύψουν. Επιπρόσθετα, θα χάσουμε την ευκαιρία να γίνουμε επιστημονικό κέντρο των πολιτικών γήρανσης στα Βαλκάνια.

Συνεπώς, η ανάπτυξη δομών μακροχρόνιας φροντίδας ηλικιωμένων αλλά και δομών ημερήσιας νοσηλείας θα έπρεπε ήδη να αποτελεί εθνική προτεραιότητα. Ταυτόχρονα, είναι απαραίτητη η δημιουργία και η βιωσιμότητα σχημάτων χρηματοδότησής αυτών των υπηρεσιών, ώστε να εξασφαλιστεί η πρόσβαση και η δυνατότητα χρήσης των δομών μακροχρόνιας φροντίδας από το σύνολο του πληθυσμού και δη από τους οικονομικά ασθενέστερους.

Η συγχώνευση του προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι» με τα Κέντρα Ανοιχτής Αποκατάστασης Ηλικιωμένων (ΚΑΠΗ) και η δημιουργία ενός νέου ισχυρού φορέα παροχής διασυνδεδεμένων υπηρεσιών για τους ηλικιωμένους είναι νευραλγικής σημασίας.  

Παράλληλα με την ανάπτυξη της φροντίδας κατ’ οίκονθα πρέπει να υλοποιούνται ισχυρές πολιτικές δευτεροβάθμιας πρόληψης και αποκατάστασης, ώστε οι ηλικιωμένοι να παραμένουν στο σπίτι τους για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα.

Η προώθηση πολιτικών διασύνδεσης και ο σχεδιασμός πρωτοκόλλων συνεργασίας των υπηρεσιών υγείας και των κοινωνικών υπηρεσιών είναι απαραίτητα εργαλεία για την διασφάλιση της ποιοτικής φροντίδας κατ’οίκον.

Η ανάπτυξη συνεχιζόμενων προγραμμάτων κατάρτισης του προσωπικού που απασχολείται στο πρόγραμμα «Βοήθεια στο σπίτι» αλλά και όλων των επαγγελματιών που εμπλέκονται στην κατ’οικον φροντίδα θα βελτιώσει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Η Ελλάδα θα πρέπει επίσης να εισάγει κριτήρια ποιοτικού ελέγχου των δομών μακροχρόνιας φροντίδας και των γηροκομείων.

Απαιτείται άμεσα η νομική διασφάλιση των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας των ηλικιωμένων κατά τη χρήση των υγειονομικών υπηρεσιών, της φροντίδας κατ’οίκον και της διαμονής σε δομές μακροχρόνιας φροντίδας.

Η έμφαση στις κατ’οικον υπηρεσίες και στη συγκράτηση των ηλικιωμένων στο σπίτι δεν θα πρέπει να περιορίσει την ενίσχυση των δομών μακροχρόνιας φροντίδας που λειτουργούν. Η κάθε χώρα, όπως και η Ελλάδα, καλείται να βρει τη σωστή αναλογία κατ’οίκον υπηρεσιών και δομών μακροχρόνιας φροντίδας.

Απαιτείται να σχεδιαστούν πολυσύνθετες πολιτικές για τη στήριξη των φροντιστών που είναι και μέλη της οικογένειας. Μερικές από τις πολιτικές αυτές περιλαμβάνουν την συνεχή δωρεάν εκπαίδευση των φροντιστών, την ψυχολογική τους στήριξη (αξιοποιώντας πλήρως τις νέες τεχνολογίες) καθώς και τη δημιουργία ευνοϊκών εργασιακών συνθηκών, ώστε να μπορεί ο φροντιστής να συνεχίσει την εργασία του.

Τέλος, η υιοθέτηση των νέων τεχνολογιών για την εξ αποστάσεως φροντίδα των ηλικιωμένων είναι νευραλγικής σημασίας. 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ