Τελικά ο διχασμός δεν είναι «δεξιά» – «αριστερά», Γιώργος Μπάρμπας

Δεν μας πάει απλώς πίσω η αναζωπύρωση της κλισέ κόντρας «κομμουνισμού» (και φίλων) με τον «αντικομμουνισμό», με κύριο όχημα πυροδότησης την πλευρά του ΚΚΕ. Μας τυφλώνει από το πραγματικό και σοβαρό δίλημμα, από αυτό που διχάζει στ’ αλήθεια την κοινωνία και στο οποίο αποφεύγουμε να απαντήσουμε.

Η τελευταία αναζωπύρωση έγινε με αφορμή την ονοματοδοσία θεατρικής αίθουσας προς τιμήν της Ελένης Παπαδάκη (απόφαση με την οποία συμφωνώ πλήρως). Λίγες βδομάδες πριν είχαμε ένα άλλο επεισόδιο από το ίδιο σίριαλ με αφετηρία τη στάση των ευρωβουλευτών μας στο ψήφισμα του ευρωκοινοβουλίου για τα εγκλήματα των κομμουνιστικών και ναζιστικών καθεστώτων. Γιατί το δίλημμα «δεξιά – αριστερά» με αναγωγή στην κόντρα περί αντικομμουνισμού είναι πλαστή; Γιατί απλούστατα συσκοτίζει και συγκαλύπτει δύο σημαντικές αλήθειες που αφορούν όλη την κοινωνία (ανεξάρτητα αν κάποιος αυτοχαρακτηρίζεται δεξιός, αριστερός, κεντρώος ή τίποτα).

Η πρώτη αλήθεια αφορά στη θέση και στάση του καθενός μας για την υπόσταση ή μη δύο θεμελιωδών αρχών στην οργάνωση και στην άσκηση της κρατικής εξουσίας, καθώς και στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών στην κοινωνία, θεμελιωδών αρχών που αφορούν σε πρωταρχικά ατομικά δικαιώματα, της αξίας της ανθρώπινης ζωής και της ελευθερίας του ανθρώπου. Αρχές που είναι βασικές, θεμελιώδεις στο σύνταγμά μας, σε όλα τα συντάγματα των κοινοβουλευτικών χωρών του δυτικού κόσμου. Πρόκειται για τις αρχές που θεσμοθετούν την αξία της ανθρώπινης ζωής, ως πρώτης και μη υποκείμενης σε καμία έκπτωση, την αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του κάθε πολίτη μακριά από επιβολές της κρατικής εξουσίας, την ελεύθερη έκφραση των ιδεών, την ελεύθερη ανάπτυξη των κοινωνικών και οικονομικών δραστηριοτήτων του κάθε πολίτη. Η άσκηση αυτών των δικαιωμάτων προστατεύεται από το σύνταγμα και ρυθμίζεται από το νομικό σύστημα, το οποίο είναι υποχρεωμένο να μην αλλοιώνει ούτε να αναιρεί στην εφαρμογή του τα συνταγματικά αυτά δικαιώματα. Ποιο είναι λοιπόν το θέμα; Είναι οι αρχές αυτές πρώτη υποχρέωση και αδιαπραγμάτευτη δέσμευση του κράτους έναντι των πολιτών του ή όχι; Αυτό είναι το θέμα που αναδεικνύεται μέσα από την αναφορά στα εγκλήματα των καταγγελλόμενων καθεστώτων. Εκατομμύρια πολίτες εκτελέστηκαν ή οδηγήθηκαν στον θάνατο γιατί ήταν πραγματικοί ή υποθετικοί εχθροί του καθεστώτος. Τα εγκλήματα αυτά αναδεικνύουν και αποδεικνύουν ότι οι θεμελιώδεις αρχές που προαναφέρθηκαν δεν ήταν ούτε πρώτη υποχρέωση ούτε αδιαπραγμάτευτη δέσμευση αυτών των καθεστώτων απέναντι στους πολίτες τους. Για να θυμηθούμε και τη δική μας περίπτωση, η πρώτη κυβερνητική πράξη της δικτατορίας ήταν η αναστολή αυτών των άρθρων του συντάγματος.

Το αντίστοιχο ισχύει και στην κοινωνική ζωή, στις κομματικές και άλλες λειτουργίες. Είναι οι δύο αυτές αρχές πρώτη υποχρέωση και αδιαπραγμάτευτη δέσμευση των συλλογικών φορέων και των πολιτών; Όπως φαίνεται δεν είναι για όλα τα κόμματα και για όλους τους πολίτες. Πλήθος τα παραδείγματα που ζήσαμε και ζούμε.

Στο ερώτημα λοιπόν αυτό η απάντηση είναι απλή με την προϋπόθεση ότι το αναγνωρίζουμε και το δεχόμαστε. Δεν χωρά «ναι μεν αλλά». Το «αλλά» σημαίνει ουσιαστικά ότι οι δύο αυτές αρχές δεν είναι βασικές, θεμελιώδεις και αδιαπραγμάτευτες, μιας και στις συνθήκες του «αλλά» επιτρέπεται να μην ισχύουν. Όποιος επιφυλάσσεται στην καταδίκη των μαζικών εγκλημάτων από οποιοδήποτε καθεστώς (και φυσικά και από τα κομμουνιστικά καθεστώτα), είτε το καταλαβαίνει είτε όχι, επιφυλάσσεται για την πρωταρχική και θεμελιώδη αξία για όλη την κοινωνία της ανθρώπινης ζωής και της ελευθερίας του πολίτη. Το πρώτο λοιπόν πραγματικό δίλημμα είναι αυτό. Και αν χρειάζεται κάτι να συζητήσουμε είναι η αλήθεια και η αναγκαιότητά του.

Σ’ αυτές τις δύο βασικές αξίες δεν χωρούν σχετικοποιήσεις ανάλογα με το ποιος τις καταπατά. Αντίθετα όποιο καθεστώς τις υποβιβάζει και τις σχετικοποιεί, όποιο καθεστώς βάζει πάνω από αυτές, τις δικές του πολιτικές επιδιώξεις μέσα από την άσκηση της εξουσίας, είναι ένα μαύρο καθεστώς. Μαύρο, όχι ως συμβολικός χαρακτηρισμός της ετικέτας μιας ορισμένης ιδεολογίας, αλλά μαύρο ως το απώτερο άκρο στην άσκηση μιας απάνθρωπης, ανελεύθερης εξουσίας. Όλα λοιπόν αυτά τα καθεστώτα (δικτατορίες, ναζιστικά, κομμουνιστικά) είναι μαύρα καθεστώτα. Έτσι απλά και καθαρά. Στην οργάνωση του κράτους και στην άσκηση της κρατικής εξουσίας δεν υπάρχουν δύο αρνητικά άκρα. Υπάρχει ένα συνεχές (όχι ευθύγραμμο, με παραδρόμους, αποχρώσεις και παραλλαγές), στο ένα άκρο του οποίου υπάρχει το απάνθρωπο και ανελεύθερο (το μαύρο) και στο άλλο η πιο ολοκληρωμένη μορφή οργάνωσης και λειτουργίας που σέβεται και δεσμεύεται στην τήρηση των θεσμών και διασφαλίζει την ελευθερία έτσι ώστε να αναπτύξει τόσο η κάθε κοινωνική ομάδα όσο και ο κάθε πολίτης ξεχωριστά την ταυτότητά του. Αυτό βέβαια το άκρο είναι διαρκώς το ζητούμενο. Αλλά αυτό το συνεχές προσδιορίζεται από τα χαρακτηριστικά της λειτουργίας της κρατικής εξουσίας στην πράξη, στη ζωή και όχι από τις όποιες ιδεολογικές αφετηρίες των κυβερνώντων. Αυτές θα μπορούσαν ίσως να συμβάλουν στην ερμηνεία της πράξης αλλά όχι στην αξιολόγησή της.

Γι’ αυτό η υπεράσπιση των δυο αυτών θεμελιωδών αρχών οφείλει να είναι ανεξάρτητη από κάθε κομματική και επιμέρους πολιτική τοποθέτηση. Αφορά στη βασική κοινή συμφωνία της κοινωνίας, δηλαδή όλων των πολιτών, για τη σχέση του κράτους με τον πολίτη και των πολιτών μεταξύ τους, αφορά στην ίδια την έννοια της ελευθερίας. Και η ανάγκη αυτή είναι ακόμα μεγαλύτερη για τη δική μας κοινωνία και το δικό μας κράτος όπου η έννοια «θεσμός» έχει καταντήσει σχεδόν ευφημισμός. Ούτε ως κρατική εξουσία ούτε ως κοινωνία έχουμε επιλέξει συνειδητά να τηρούμε θεσμούς. Με άλλα λόγια βάζουμε συχνά πάνω από τους θεσμούς (τις κοινές συμφωνίες) την προσωπική μας ανάγκη, επιθυμία ή επιλογή. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι θεσμοί χάνουν τον χαρακτήρα τους και οι αξίες που προστατεύουν φθείρονται στη συνείδηση και στη ζωή της κοινωνίας. Αυτό ακριβώς ισχύει και με τις δυο θεμελιώδεις αξίες, όταν η υπεράσπισή τους περνά μέσα από το φίλτρο της προστασίας κομματικών, πολιτικών ή ιδεολογικών αναγκών και σκοπιμοτήτων.

Γιατί, όμως, ο σεβασμός της ζωής και η υπεράσπιση της ελευθερίας του πολίτη εμφανίζεται τόσο θολή και αδύναμη στη συνείδηση της κοινωνίας μας;. Αυτό είναι το δεύτερο ουσιαστικό πρόβλημα που κρύβεται μέσα σε όλη αυτή τη συζήτηση.

Σήμερα, μετά το ’74, δεν τίθεται θέμα με τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών. Οι θεσμοί, όσο αδύνατοι κι αν είναι, λειτουργούν σ’ αυτό το επίπεδο. Αυτό δεν ίσχυε πριν το ’74. Ο δεξιός απολάμβανε ελευθερία που δεν είχε ο αριστερός. Η ζωή του δεξιού δεν άξιζε το ίδιο με τη ζωή του αριστερού. Οι θεσμοί δεν προστάτευαν τη ζωή και την ελευθερία όλων των πολιτών. Για να χρησιμοποιήσω μια χαρακτηριστική έκφραση της εποχής: «Τι είναι Δημοκρατία; Δημοκρατία είναι όταν χτυπά το κουδούνι σου στις 5 το πρωί και είσαι σίγουρος ότι είναι ο γαλατάς.» Αυτό δεν σημαίνει ότι σήμερα είναι λυμένα όλα τα προβλήματα ελευθερίας στη σχέση του κράτους με τον πολίτη. Και ποτέ δεν θα είναι. Ούτε εδώ ούτε στα άλλα κράτη. Πάντα θα ελλοχεύει η τάση για αυθαίρετη άσκηση της εξουσίας, για κατάχρηση εξουσίας, για αλλοίωση των θεσμών. Και πάντα θα υπάρχει η ανάγκη της εγρήγορσης για την τήρηση των θεσμών, την βελτίωση και εξέλιξή τους. Αυτό όμως είναι άλλο από την κατάσταση που έζησε η χώρα μας πριν το ’74.

Σήμερα το κύριο βάρος του αιτήματος για ελευθερία έχει εκ των πραγμάτων μετατεθεί στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών, μεταξύ των ανθρώπων στην ατομική και συλλογική τους λειτουργία, στη σχέση του «εγώ» με το «εμείς». Η νέα εποχή έφερε νέα στοιχεία και νέες διαστάσεις στην έννοια της ελευθερίας. Ο Μάης του ’68 στον δυτικό κόσμο ανέδειξε ως μαζικό κοινωνικό αίτημα την ελευθερία του προσώπου στην αυτοπραγμάτωσή του, στην υλοποίηση των βασικών του επιθυμιών στη ζωή, την τροποποίηση των κοινωνικών κανόνων για να απελευθερωθεί το άτομο από τα κοινωνικά δεσμά αυταρχικών και ανελεύθερων αξιών. Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος να δημιουργεί τον εαυτό του, έλεγε την ίδια εποχή ο Καμύ. Ο δρόμος αυτός είναι μακρύς και είμαστε ακόμα στην αρχή. Αλλά άνοιξε. Και το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω.

Η ελληνική κοινωνία, αν και νιώθει και η ίδια έντονα στους κόλπους της την αναταραχή αυτής της αναζήτησης, δεν έχει αναγνωρίσει ακόμα αυτές τις διαστάσεις της ελευθερίας ούτε το κοινωνικό αίτημα για αυτές. Είμαστε ακόμα -και ιδιαίτερα αυτοί που αυτοχαρακτηρίζονται προοδευτικοί ή αριστεροί- καθηλωμένοι σε μια παθητική αντίληψη για την ελευθερία. Παθητική, γιατί δεν υφίσταται ουσιαστικά πεδίο διεκδίκησης πολιτικών δικαιωμάτων. Και δεν αναγνωρίζουμε αυτή την άλλη διάσταση που θα μας κινούσε στη ζωή, στο σήμερα και στο αύριο, που θα έδινε στην ελευθερία το νόημα που της λείπει. Το νόημα που θα μας έβγαζε από την παθητικότητα και θα ανέπτυσσε μια ενεργητική και δυναμική στάση στην προσωπική και κοινωνική μας λειτουργία. Έτσι θα αποκτούσε και η έννοια της ελευθερίας τη σημασία που δεν έχει σήμερα στη συνείδησή μας. Θα αποκτούσαν καινούριο, ζωντανό και ουσιαστικό νόημα οι δυο αυτές αξίες της ανθρώπινης ζωής και της ελευθερίας του πολίτη. Σήμερα μπορούμε να εκφράσουμε πολύ πιο ελεύθερα την επιθυμία του εαυτού για αυτοπραγμάτωση, για ποιότητα ζωής, για το νόημα της ζωής, για την ικανοποίηση που γυρεύουμε. Το αναγνωρίζουμε στον άλλο; Στον όποιο άλλο ζει και αναπνέει στην ίδια κοινωνία; Ή το σεβόμαστε μόνο για τον εαυτό μας και την ομάδα μας (τη συγγενική, τη φιλική, την πολιτική, την επαγγελματική ή την όποια άλλη); Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα. Εδώ είμαστε διχασμένοι. Χίλια κομμάτια. Και δυστυχώς ή ευτυχώς, η μέχρι τώρα πορεία των κοινωνιών μας λέει ότι κανένα κομμάτι δεν μπορεί να προχωρήσει και να ευτυχήσει αν δεν προχωρήσει όλη η κοινωνία.

Αυτός είναι ο πραγματικός διχασμός, αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα της εποχής μας. Και όσο πιο ουσιαστικά, γρήγορα και καθαρά το αναγνωρίσουμε, τόσο περισσότερο θα έχουμε τη δυνατότητα να αναλάβει ο καθένας την ευθύνη της απάντησής του.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ